ἑκατονταπλασιάζω Save DGE Bailly 2024 ἑκατονταπλασιάζω centuplicar en v. pas., Origenes Mart.14. ἑκατονταπλασιάζω [κᾰᾰσ] centupler, Orig. 176. Étym. ἑ. -πλασιάζω, de -πλάσιος.