ἑκατοντακέφαλος
ἑκᾰτοντα-κέφᾰλος, ον,
- = foreg., γίγας Jul. Ep. 180.
de cien cabezas
γίγας
Τυφών
ὕδρα
Κέρβερος
ἑκατοντα·κέφαλος, ος, ον [ᾰᾰ] à cent têtes, Jul. Ep. 180.
Étym. ἑ. κεφαλή.
ἑκατοντακέφαλος, hundertköpfig, Iulian. ep. 24.