ἑλικτήριον Save LSJ DGE ἑλικ-τήριον, τό, = foreg. [ἑλικτήρ], Apollon. Lex.Hom. s.v. ἕλικας. ἑλικτήριον -ου, τό zarcillo, arete Apollon.Lex.66.20.