ἑλικογλέφαρος
ἑλῐκογλέφᾰρος] ], -ον
- 1with curving eyebrows?, with lively eyes Ἀλκμήνας θʼ ἑλικογλεφάρου (Schr.: -βλεφάρου codd.: τʼ ἐλικογλ. v. l.) P. 4.172 Ἀφροδίτας ἑλικογλεφάρου (Schr.: -βλεφάρου codd.) fr. 123. 6.