ἑλικωπός Save LSJ Bailly 2024 Pape ἑλῐκ-ωπός, όν, = ἑλικώψ, Orph. H. 6.9. ἑλικ·ωπός, ός, όν [ῐ] c. ἑλίκωψ, Orph. H. 5, 9. ἑλικωπός, = ἑλίκωψ, Orph. H. 5.9.