ἑρματίτης
ἑρματίτης, serving as ballast
ἑρμᾰτ-ίτης [ῑ], ου, ὁ,
- serving as ballast, πέτρος Lyc. 618.
ἑρματίτης, ου [ᾰῑ] adj. m. qui sert de lest, Lyc. 618.
Étym. ἕρμα.
ἑρματίτης, [ῑ], ὁ, stützend, als Ballast dienend, νηὸς πέτρος Lycophr. 618.