ἑρμηνεύτρια Save LSJ Pape ἑρμην-εύτρια, ἡ, fem. of ἑρμηνευτής, Sch. E. Hipp. 589. ἑρμηνεύτρια, ἡ, fem. zu ἑρμηνευτής, Schol. Eur. Hipp. 589.