About Report a problem

Menu

ἑστάμεν

ἑστάμεν, ἑστ-άμεναι [ᾰ],
  • Ep. pf. inf. of ἵστημι: but
    • II ἕστᾰμεν, 1 pl. ind. ἔσταν, ἑστᾰότες, v. ἵστημι.

Saved

Recent