ἔσταν Save Bailly 2024 Grieks Nederlands Cunliffe Homer ἔσταν, ἑστάναι, ἔστασα, ἕστασαν, ἔστασε, ἑστᾶσι, ἕστατε, v. ἵστημι. ἔσταν indic. stamaor. 3 plur. van ἵσταμαι (ἵστημι). ἔσταν 3 pl. aor. ἵστημι B.