ἑστηκότως Save ἑστηκότως, firmly LSJ Pape ἑστηκότως, Adv. firmly, ἑ. καὶ βεβαίως Phld. Rh. 1.70 S. ἑστηκότως, stehend, Eust., zur Erkl. von ἐπισταδόν.