ἑτεροούσιος
ἑτεροούσιος, differing in substance
ἑτερο-ούσιος, ον,
- differing in substance, Porph. Sent. 35. Adv. -ίως ib. 37:—also in form ἑτερούσιος, ψυχὴν ἐν ἀλλοτρίῳ πράγματι καὶ ἑτερουσίῳ συνδεδεμένην ib. 32, cf. Iamb. Myst. 1.19.
ἑτερο·ούσιος, ος, ον, c. ἑτερούσιος, Orig. 4, 625, 628 Migne ; Bas. 1, 760 Migne.
ἑτεροούσιος, von anderm Wesen, K.S.