ἑτεροκρανικός Save Bailly 2024 Pape ἑτεροκρανικός, ή, όν [ᾱ] sujet à la migraine, Antyll. (Orib. 2, 425, 2 B.-Dar.). Étym. ἑτεροκρανία. ἑτεροκρανικός, s. ἑτεροκρανία.