ἑτερόπιστος Save Bailly 2024 Pape ἑτερό·πιστος, ος, ον, qui a une autre foi, hétérodoxe, Chrys. 11, 185 Migne. Étym. ἕ. πίστις ; cf. ἑτερόδοξος. ἑτερόπιστος, = ἑτερόδοξος, K.S.