Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἑτερόλεκτος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἑτεροθελής
ἑτερόθηκτος
ἑτερόθρησκος
ἑτερόθροος
ἑτεροίϊος
ἑτεροῖος
ἑτερόϊος
ἑτεροιότης
ἑτεροιόω
ἑτεροίως
ἑτεροίωσις
ἑτεροιωτικός
ἑτερόκαρπος
ἑτεροκινησία
ἑτεροκίνητος
ἑτεροκινήτως
ἑτεροκλινέω
ἑτεροκλινής
ἑτεροκλινῶς
ἑτερόκλιτος
ἑτεροκλονέω
ἑτεροκνεφής
ἑτεροκοπία
ἑτερόκοπος
ἑτεροκρανία
ἑτεροκρανικός
ἑτεροκράνιον
ἑτερόκτυπος
ἑτεροκωφέω
ἑτερόκωφος
ἑτερόλεκτος
ἑτερολεξία
ἑτερολογία
ἑτερομαλλής
ἑτερόμαλλος
ἑτερομάσχαλος
ἑτερομεγεθέω
ἑτερομέρεια
ἑτερομερής
ἑτερομετρία
ἑτερόμετρος
ἑτερομήκης
ἑτερομηκικός
ἑτερομηκικὸς λόγος
ἑτερομήτριος
ἑτερομήτωρ
ἑτερομοιότης
ἑτερομόλιος
ἑτερομόλιος δίκη
ἑτερόμορφος
ἑτεροουσία
ἑτεροούσιος
ἑτεροπάθεια
ἑτεροπαθής
ἑτεροπαχής
ἑτερόπιστος
ἑτεροπλανής
ἑτεροπλατέω
ἑτεροπλατής
ἑτερόπλευρος
ἑτερόπλοιος
…
ἑτερόλεκτος
Save
Pape
ἑτερόλεκτος
,
von einem Andern gesagt
, Sp.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}