ἔαξα Save LSJ DGE Bailly 2024 Grieks Nederlands ἔαξα, v. ἄγνυμι. ἔαξα v. ἄγνυμι. ἔαξα, ao. act. d’ἄγνυμι. ἔαξα aor. van ἄγνυμι.