Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἔγκυδον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἔγκρυμμα
ἐγκρυπτάζομαι
ἐγκρυπτέον
ἔγκρυπτος
ἐγκρύπτω
ἐγκρυφής
ἐγκρυφιάζω
ἐγκρυφίας
ἐγκρυφίας ἄρτος
ἐγκρύφιος
ἔγκρυφος
ἐγκρύφω
ἔγκρυψις
ἐγκτάομαι
ἔγκτασις
ἐγκτερεΐζω
ἔγκτημα
Ἔγκτηνες
ἔγκτησις
ἐγκτητικόν
ἔγκτητος
ἐγκτήτωρ
ἐγκτίζω
ἐγκτυπέω
ἐγκυανίζω
ἔγκυαρ
ἐγκυβερνάω
ἐγκυβιστάω
ἐγκυβιστέομαι
ἐγκυδές
ἔγκυδον
ἐγκυέομαι
ἐγκυέω
ἐγκύησις
ἐγκυητήριον
ἔγκυθρον
ἐγκυΐσκομαι
ἐγκυΐσκω
ἐγκυκάω
ἐγκυκλέομαι
ἐγκυκλεύω
ἐγκυκλέω
ἐγκύκληθρον
ἐγκύκλημα
ἐγκυκλητής
ἐγκυκλιακός
ἐγκυκλίζω
ἐγκύκλιος
ἐγκυκλιώνης
ἐγκυκλίως
ἔγκυκλον
ἐγκυκλοπαιδεία
ἐγκυκλοποσία
ἔγκυκλος
ἐγκυκλόω
ἐγκύκλωσις
ἐγκυλίδωτος
ἐγκυλινδέομαι
ἐγκυλινδέω
ἐγκυλίνδησις
ἐγκυλίνδομαι
…
ἔγκυδον
Save
LSJ
ἔγκῡδον·
ἔνδοξον,
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}