ἐγκρύφιος
ἐγ-κρύφιος, ον,
- = sq., πῦρ AP 5.123 (Phld.).
1 oculto, escondido
πῦρ τύφεται ἐγκρύφιον
del amorταῖς ἔνδον καὶ ἐγκρυφίοις δυνάμεσιν
κακία
2 adv. -ίως de forma oculta, latente
ἐ. καὶ ἀδιαιρέτως
ἐγκρύφιος, ος, ον [ῠ] qui se cache dans, caché, Anth. 5, 124.
Étym. ἔγκρυφος.
ἐγκρύφιος, darin verborgen, πῦρ τύφεται ἐγκρύφιον Philodem. 15 (V.124).