ἔγκρυφος
ἔγκρυφος, hidden
ἔγ-κρῠφος, ον,
- hidden, ἥβη Nonn. D. 28.295.
oculto, escondido
Ζηνὸς ... ἔγκρυφον ἥβην
πῦρ
ἐν ψυχαῖς βροτῶν τῶν ἐγκρύφων
τὸ ἔγκρυφον τῆς καρδίας πῦρ
ἔγκρυφος, ος, ον [ῠ] c. le préc. Nonn. D. 28, 295.
Étym. ἐγκρύπτω.
ἔγκρυφος, darin verborgen, πῦρ Nonn. D. 37.68, vgl. 28.295.