Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐμβαθρικόν
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Ϝεμα
ἐμαγκιπατίων
ἐμαγκιπάτος
ἔμαθον
ἐμάνην
ἔμανις
ἐμαράνθη
ἔμαρψε
Ἐμασέλμη
ἑμάτιον
Ἐμαυτίων
ἐμαυτοῦ
ἐμβ-
ἔμβα
ἐμβαβάζω
ἐμβαδᾶς
ἐμβαδεία
ἐμβάδευσις
ἐμβαδεύω
ἐμβάδια
ἐμβαδίζω
ἐμβαδικός
ἐμβάδιον
ἐμβαδομετρία
ἐμβαδομετρικός
ἐμβαδόν
ἐμβαδοποιός
ἐμβαδός
ἔμβαθμος
ἔμβαθρα
ἐμβαθρικόν
ἐμβαθρικός
ἔμβαθρον
ἐμβαθρωνός
ἐμβαθύνους
ἐμβαθύνω
ἐμβαθυχύτας
ἐμβαινητικός
ἐμβαίνω
ἐμβακανίτης
ἐμβακχεύω
ἐμβάλλω
ἔμβαμα
ἔμβαμμα
ἐμβαμμάτιον
ἐμβαπτίζω
ἐμβάπτω
ἐμβαρέω
ἔμβαρος
ἐμβαρύθω
ἐμβαρύνομαι
ἐμβάς
Ἔμβας
ἐμβασανίζω
ἐμβάσανος
ἐμβασικοίτας
ἐμβασίκοιτος
ἐμβασίλευμα
ἐμβασιλεύω
ἐμβάσιμον
Ἐμβάσιος
…
ἐμβαθρικόν
Save
LSJ
ἐμβαθρικὸν
χωρίον,
dub. sens. in
Inscr.Magn.
122b6.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}