ἔμβρωμος Save LSJ DGE Bailly 2024 ἔμβρωμος, ον, = βρωμώδης, Dsc. 3.33, Aët. 9.30. ἔμβρωμος -ον comestible φύλλα Dsc.3.33, τὰ ἐντόσθια Aët.9.30. ἔμ·βρωμος, ος, ον, c. βρωμώδης, Diosc. 3, 40. Étym. cf. le préc.