ἔτασις
ἔτασις, trial, affliction
ἔτ-ᾰσις, εως, ἡ, (ἐτάζω)
- trial, affliction, LXX Jb. 10.17.
ἔτασις, εως (ἡ) [ᾰ] examen, recherche, Spt. Job 10, 17 ; 12, 6 ; 31, 14.
Étym. ἐτάζω, cf. le suiv.
ἔτασις, ἡ, = ἐξέτασις, LXX.