ἑταιρίστρια
ἑταιρίστρια, lesbian (LSJ ἑταιριστής)
ἑταιρίστρια, ας (ἡ) courtisane, Plat. Conv. 191e ; Luc. D. mer. 5, 2.
Étym. ἑταιρίζω.
ἑταιρίστρια, ἡ, die Buhlerin, Hure, VLL αἱ τριβάδες, womit Plat. Symp. 191e übereinstimmt ; vgl. Luc. D.meretr. 5.2.