ἑταιρισμός
ἑταιρισμός, harlotry
ἑταιρ-ισμός, ὁ, (ἑταιρίζω II)
- harlotry, Clearch. 6, OGI 674.17 (Egypt, i A. D.).
ἑταιρισμός, οῦ (ὁ) vie ou condition de courtisane, Ath. 516b.
Étym. ἑταιρίζω.
ἑταιρισμός, ὁ, die Buhlerei, Ath. XII.516b u. Sp.