ἕψεμα Save LSJ Bailly 2024 ἕψεμα, ατος, τό, late form of ἕψημα, LXX 4 Ki. 4.38, 39. ἕψεμα, ατος (τὸ) forme réc. c. ἕψημα, Spt. 4 Reg. 38, 39 ; Théodot. Dan. 12.