ἐχόντως
ἐχόντως, (νοῦν ἐ.) sensibly
ἐχόντως, Adv. pres. part. of ἔχω, in phrase ἐ. νοῦν,
- = νουνεχόντως (q.v.), Pl. Lg. 686e; ἐχόντως ἑαυτὸν τὸν νοῦν Id. Phlb. 64a.
ἐχόντως, seul. dans la locut. ἐχόντως νοῦν, Hdt. 4, 36 conj. ; Plat. Leg. 686e, Phil. 64a, c. νουνεχόντως.
Étym. ἔχω.
ἐχόντως, adv. zu ἔχων, nur ἐχόντως νοῦν, = νουνεχόντως, Plat. Legg. III.686e, wonach Phil. 64a gesagt ist ἐμφρόνως καὶ ἐχόντως ἑαυτῷ τὸν νοῦν φήσομεν ἀποκρίνασθαι, verständiger Weise.