ἠθαλέος
ἠθαλέος, accustomed
ἠθᾰλέος, η, ον, (ἦθος)
- accustomed, εὐναί Opp. C. 2.307; [ταῦροι] ib. 88, cf. Epigr.Gr. 1035.23 (Pergam.).
ἠθαλέος, α, ον [ᾰλ] auquel on est accoutumé, habituel, Opp. C. 2, 306.
Étym. ἦθος.
ἠθαλέος, gewohnt, ἠθαλέας τʼ εὐνὰς φίλιόν τε νάπαισι μέλαθρον Opp. Cyn. 2.306 ; ἠθαλέοι μερόπεσσιν, gewöhnt an, 2.88.