ἠμυόεις
ἠμυόεις, drooping
ἠμῠόεις, εσσα, εν,
- drooping, v.l. in Nic. Th. 626.
ἠμυόεις, όεσσα, όεν, qui baisse, penché, Nic. Th. 625 dout.
Étym. ἠμύω.
ἠμυόεις, heißt Nic. Th. 626 κόρκορος, nach Schol. μεμυκώς, κεκλεισμένος, συνεσταλμένος, Conj. ἠμύοντα.