ἠνέμιον Save LSJ Bailly 2024 Pape ἠνέμιον, τό, = ἀνεμώνη, v.l. for ἠρέμιον in Dsc. 2.176. ἠνέμιον, ου (τὸ) c. ἀνεμώνη, Diosc. 2, 207. ἠνέμιον, τό, = ἀνεμώνη, Diosc.