ἡνιοποιεῖον
ἡνιοποιεῖον, a saddler’s shop
ἡνιο-ποιεῖον, τό,
- saddlerʼs shop, X. Mem. 4.2.8.
ἡνιο·ποιεῖον, ου (τὸ) atelier de sellerie (propr. de brides) Xén. Mem. 4, 2, 1 et 8.
Étym. ἡνία, ποιέω.
ἡνιοποιεῖον, τό, Sattlerwerkstatt, Xen. Mem. 4.2.8. Von ἡνιοποιέω.
ἡνιοποιεῖον
ἡνιο-ποιεῖον, ου, τό,
ποιέω
- a saddlerʼs shop, Xen.