ἠρεμότης
ἠρεμ-ότης, ητος, ἡ,
- = ἠρεμία, ψυχῆς Cleonid. Harm. 13.
ἠρεμότης, ητος (ἡ) c. ἠρεμία, Eucl. Intr. harm. 13, p. 222, l. 3 Heiberg et Menge.
Étym. ἤρεμος.
ἠρεμότης, ητος, ἡ, die Ruhe, Euclid. harm.