ἠριγενής
ἠριγενής, a day
ἠρῐ-γενής, ές,
- = ἠριγένεια, epith. of Ἠώς, A.R. 3.1224: abs., = Ἠώς, Id. 2.450;
- a day, Orph. Fr. 275.
ἠρι·γενής, ής, ές, c. ἠριγένεια, A. Rh. 2, 450 ; 3, 824, etc. (ἦρι, γίγνομαι).
ἠριγενής, ές, früh (ἦρι) am Morgen geboren, von der Eos, ἐφαάνθη ἠριγενής Ap.Rh. 2.450, oft.