ἡδύφθογγος
ἡδύφθογγος, sweet-voiced
ἡδῠ-φθογγος, ον,
- sweet-voiced, τέττιγες Hsch. s.v. ἠχηταί.
ἡδύφθογγος, Hesych. Erkl. von ἠχητής.
ἡδύφθογγος, sweet-voiced