Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἡλιοῦχος
ἡλιοῦχος, possessing sun
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἡλιοκαυτέω
ἡλιοκεντρίς
ἡλιοκόμας
ἡλιοκρεῖς
ἡλιόκτυπος
ἡλιομανής
ἡλιομαντεία
ἡλιόμορφος
ἡλιόομαι
ἡλιοπάλιος
ἡλιόπεμπτος
ἡλιόπεπτος
Ἡλιόπη
ἡλιοπλήξ
ἡλιόπους
ἥλιος
Ἥλιος
ἡλιοσέληνος
Ἡλιοσέραπις
ἡλιοσκόπιον
ἡλιοσκόπιος
ἡλιοσκόπος
ἡλιοστασία
ἡλιοστερής
ἡλιοστιβής
ἡλιοτρόπιον
ἡλιοτρόπιος
ἡλιότροπος
Ἡλίου πόλις
Ἡλιούπολις
ἡλιοῦχος
ἡλιοφάνεια
ἡλιοφανής
ἡλιοφεγγής
ἡλιόφρων
ἡλιοφυές
ἡλιοφυής
ἡλιόφυτον
ἡλιόω
Ἦλις
Ἠλίς
ἡλίσκος
Ἤλισσος
ἤλιτε
ἠλιτενής
ἡλίτης
ἡλίτης λίθος
ἡλῖτις
ἠλιτόβατος
ἠλιτοεργός
ἠλιτόμην
ἠλιτόμηνις
ἠλιτόμηνος
ἤλιτον
ἠλιτόποινος
ἠλιφάρμακος
ἦλιψ
ἡλιώδης
Ἡλιών
ἡλιωπός
ἡλίωσις
…
ἡλιοῦχος
Save
ἡλιοῦχος, possessing sun
LSJ
ἡλιοῦχος, ον,
possessing sun,
PMag.Par.
1.3228 (s.v.l.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}