ἡλιόκτυπος
ἡλιόκτυπος, sunburnt
ἡλιό-κτῠπος, ον,
- sunburnt, A. Supp. 155 (lyr.) (ἡδιόκτυπον cod. Med.).
ἡλιό·κτυπος, ος, ον [ῠ] frappé du soleil, Eschl. Suppl. 155 conj.
Étym. ἥ. κτυπέω.
ἡλιόκτυπος, = ἡλιόβλητος, μέλαν ἡ λ. γένος Aesch. Suppl. 146, nach Wellauers Verbesserung.