ἡλιώδης
ἡλῐ-ώδης, ες,
- = ἡλιοειδής, εἴδωλον Chaerem. 14.14; μῆλα Philostr. Im. 1.6; κόμη Anon. ap. Eust. 432.26.
ἡλιώδης, ης, ες, c. ἡλιοειδής, Chærém. (Ath. 608c).
Étym. ἥλιος, -ωδης.
ἡλιώδης, ες, = ἡλιοειδής, κόμη, Eust.