ἡμισπάρακτος Save Bailly 2024 Pape ἡμι·σπάρακτος, ος, ον [πᾰ] à moitié déchiré, Naz. 2, 192. Étym. ἡμι-, σπαράσσω. ἡμισπάρακτος, halb zerrissen, Sp.