ἡμιστρατιώτης
ἡμιστρατιώτης, a half-soldier
ἡμι-στρᾰτιώτης, ου, ὁ,
- half-soldier, Luc. Bacch. 3 codd. (dub.l.).
ἡμι·στρατιώτης, ου (ὁ) [ᾰ] à moitié soldat, Luc. Bacch. 3.
Étym. ἡμι-, στρ.
ἡμιστρατιώτης, ὁ, Halbsoldat, Luc. Bacch. 3.
ἡμιστρατιώτης
ἡμι-στρᾰτιώτης, ου,
- a half-soldier, Luc.