ἡμισύδουλος
ἡμισύδουλος, half a slave
ἡμῐσύ-δουλος [ῠ], ὁ,
- half a slave, Man. 4.600.
ἡμισύ·δουλος, ου [ῐῠ] adj. m., c. ἡμίδουλος, Man. 4, 600.
Étym. ἥμισυς, δοῦλος.
ἡμισύδουλος, ὁ, Halbsklav, Man. 4.600.