ἡμιστρόγγυλος
ἡμιστρόγγυλος, half-round
ἡμι-στρόγγῠλος, ον,
- half-round, Luc. Ocyp. 97.
ἡμι·στρόγγυλος, ος, ον [ῠ] à moitié rond, Luc. Oc. 97.
Étym. ἡμι-, στρογγύλος.
ἡμιστρόγγυλος, halbrund, Luc. Ocyp. 98.
ἡμιστρόγγυλος
ἡμι-στρόγγῠλος, ον
- half-round, Luc.