ἡμίρρυπος
ἡμίρρυπος, half-dirty
ἡμί-ρρῠπος, ον,
- half-dirty, εἴριον Hp. Mul. 2.205.
ἡμί·ρρυπος, ος, ον [ῠ] à moitié salé, Hpc. 672, 19.
Étym. ἡμι-, ῥύπος.
ἡμίρρυπος, halb schmutzig, Hippocr.