ἰαμβύλος Save ἰαμβύλος, libeller LSJ Pape ἰαμβύλος [ῐ, ῠ], ὁ, libeller, Hdn.Gr. 1.164, Hsch. (-βηλος cod.). ἰαμβύλος, ὁ, s. ἰάμβηλος.