ἰάνθινος
ἰάνθινος, violet-coloured
ἰάνθῐνος, η, ον, (ἴον, ἄνθος)
- violet-coloured, ἱμάτιον Str. 15.3.19, cf. Plin. HN 21.27, Aq., Sm. Ex. 25.5:—Subst. ἴανθος, ὁ, or ἴανθον, τό, = ἴον, Hsch., Theognost. Can. 18.
ἰ·άνθινος, η, ον, de couleur violette, Aqu. Ex. 25, 5.
Étym. ἴον, ἄνθος ; cf. le préc.
ἰάνθινος, violetfarbig, Plin. H.N. 21.6.