ἰαμβοποιέω
ἰαμβοποιέω, to write iambics
ἰαμβο-ποιέω,
- parody, Arist. Po. 1458b9.
ἰαμβοποιέω-ῶ, faire des ïambes, Arstt. Poet. 22, 9.
Étym. ἰαμβοποιός.
ἰαμβοποιέω, Jamben machen, Arist. poet. 22.
ἰαμβοποιέω,
- to write iambics, Arist. from ἰαμβοποιός