ἰαμβόκροτος Save Bailly 2024 Pape ἰαμβό·κροτος, ος, ον, au rythme ïambique, Rhét. 1, 443 W. Étym. ἰ. κρότος. ἰαμβόκροτος, wie Jamben tönend, λόγοι, Sp.