Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἰατρευτικός
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἰασπόνυξ
ἰασποπάλλιος
Ἰασσίς
Ἰαστί
Ἰαστιαιόλιος
Ἰάστιος
Ἰασώ
Ἰάσων
ἰαταταιάξ
ἰάτειρα
ἰατέον
ἰατήρ
ἰατήριον
ἰατήριος
ἰατής
ἰατικός
ἰᾶτον
ἰατορία
ἰατός
ἰάτος
ἴατρα
ἰάτραινα
ἰατραλείπτης
ἰατραλειπτική
ἰατρεία
ἰατρεῖον
ἰάτρευμα
ἰατρεύματα
ἰάτρευσις
ἰατρευτέον
ἰατρευτικός
ἰατρεύω
ἰάτρια
ἰατρικός
ἰατρικῶς
ἰατρίνη
Ἰατροκλῆς
ἰατροκλύστης
ἰατρολογέω
ἰατρολογία
ἰατρομαθηματικοί
ἰατρομαθηματικός
ἰατρόμαια
ἰατρόμαντις
ἴατρον
ἰατρονίκας
ἰατρονίκης
ἰατρός
ἰατροσοφιστής
ἰατροσοφιστική
ἰατροτέχνης
ἰατροτομεύς
ἰατροφιλόσοφος
ἴαττα
ἰατταταῖ
ἰατταταί
ἰατταταιάξ
ἰατύς
ἰάτωρ
ἰαῦ
ἰαυθμός
…
ἰατρευτικός
Save
LSJ
ἰατρ-ευτικός, ή, όν,
= ἰατικός, φάρμακα Sch.
Ar.
Ach.
1211.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}