Ἰατροκλῆς Save Ἰατροκλῆς, Iatrokles Bailly 2024 Ἰατρο·κλῆς, έους (ὁ) [ῑᾱ] Iatroklès, h. Dém. 402, 22, etc. Étym. ἰατρός, κλέος.