ἰατός
ἰατός, curable
ἰᾱτός [ῑ], ή, όν,
- curable, Pi. I. 8(7).15, Pl. Lg. 862c, al.
ἰατός, ή, όν [ῑᾱ] guérissable, Plat. Leg. 862c ; Arstt. H.A. 10, 4.
Étym. vb. d’ἰάομαι.
ἰατός, [ᾱ], heilbar, wieder gut zu machen, Plat. Legg. V.731c, IX.862c u. Sp.
ἰ¯ᾱτός
- 1curable ἰατὰ δʼ ἐστὶ βροτοῖς σύν γʼ ἐλευθερίᾳ καὶ τά I. 8.15
ἰατός
ἰᾱτός, ή, όν
ἰάομαι
- curable, Pind., Plat.