ἰατικός
ἰατικός, healing
ἰα-τικός, ή, όν,
- healing, Ἀπόλλων Str. 14.1.6; ἰκτέρου Dsc. 3.75, cf. 5.123, Gal. 18(2).394, Max.Tyr. 28.7.
ἰατικός, ή, όν [ῑᾱ] propre à guérir, qui guérit, gén. Diosc. 5, 141 ; Chrys. 2, 700.
Étym. ἰατός.
ἰατικός, [ᾱ], heilsam, Sp.