ἰητρός
ἰητρός, healer, surgeon, physician
ἰητρός, v. ἰατρός.
ἰητρός, ion. = ἰατρός.
ἰητρός
-οῦ
[ἰάομαι.]
= ἰητήρ. Il. 11.514, 833, Il. 13.213, Il. 16.28: Od. 4.231.
ἰητρός (ἰάομαι): healer, surgeon, physician; with ἀνήρ, Il. 11.514.