ἰητήρ
ἰητήρ, v. ἰατήρ.
ἰητήρ, ion. = ἰατήρ.
ἰητήρ
-ῆρος
[ἰάομαι.]
A healer, a surgeon and physician: ἕλκος ἰ. ἐπιμάσσεται Il. 4.190. Cf. Il. 2.732, Il. 4.194, Il. 11.518, 835: Od. 17.384.
ἰητήρ , ῆρος,=ἰητρός.